Сон (ο ύπνος)

ο ύπνοςпнос] (сон)
πάω για ύπνο [пао я ипно] (иду спать)
πέφτω για ύπνο [пэфто я ипно] (ложусь спать = падаю за сном)
Χθες έπεσα για ύπνο στις 10 το βράδυ. (Вчера легла спать в 10 вечера.)
ξαπλώνω [ксаплоно] (лежать)
Χθες ξαπλώσα για ύπνο νωρίς. (Вчера легла рано.)
Πάω να την πέσω για λίγο. (Пойду прилягу на чуть-чуть.)

(greek_by)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *